Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

Αγαπημένα μου ΖΩΑ διδαχθείτε το ΤΙΠΟΤΑ!

Δεν έχω ιδέα πόσοι θυμούνται αυτή την ταινία και πόσοι αφού την είδαν μπήκαν στον κόπο να σκεφτούν τι σήμαιναν στα αλήθεια όσα είδαν, όμως είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα κινηματογραφικών ταινιών που την ιστορία τους μπορούμε να την παραλληλίσουμε με πτυχές της πραγματικότητας που ζούμε. H ταινία “The Dead Poets' Society” παρουσιάζει τον τρόπο που μια ολόκληρη τάξη ενός συντηρητικού σχολείου της Αμερικής ανακάλυψε ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης και αποφάσισε επιτέλους να νιώσει, να σκεφτεί, να αναπνεύσει, να ζήσει, χάρη στα ερεθίσματα που δέχθηκε από έναν καινούργιο καθηγητή στο σχολείο, ο οποίος θα αναλάμβανε να τους διδάξει πως η ποίηση και κάθε τι που έχει σχέση με τον αέρα που αναπνέουμε, τις σκέψεις που κάνουμε και τα συναισθήματα που νιώθουμε δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί, και πως οι άνθρωποι δεν είναι μαύρα τυπωμένα γράμματα σε λευκά κομμάτια από χαρτί. Κάτι μου λέει μέσα μου πως το ελληνικό σχολείο δεν έχει πολύ μεγάλες διαφορές από εκείνο το σχολείο που απεικονίζει μια πλευρά της συντηρητικής Αμερικής.
Ας κάνω λοιπόν μια ανάδρομη στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν μου, που δυστυχώς είμαι σίγουρη πως έχει ελάχιστες διαφορές από το παρελθόν των υπολοίπων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ομοιογένεια στην εκπαιδευτική διαδικασία είναι ένα από τα βασικά γνωρίσματα της ελληνικής εκπαίδευσης. Ας θυμηθούμε λοιπόν για λίγο μια τυπική μέρα της ζωής μας όσο ήμασταν μαθητές. Τι κάναμε τότε λοιπόν; Αποστηθίζαμε χίλια δυο πράγματα που με τον τρόπο που διδάσκονταν δεν είχαν καμιά σχέση με τα προσωπικά μας ενδιαφέροντα, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουμε πως το κομμάτι χαρτί που θα είχε γραμμένο επάνω του το όνομα μας, ο έλεγχος δηλαδή, θα μας κολάκευε με τους αριθμούς που υποτίθεται πως ήταν ενδεικτικοί των επιδόσεων μας. Αριθμοί πάνω στο χαρτί βέβαια δεν ήταν μόνο οι επιδόσεις μας, αλλά και εμείς οι ίδιοι πολλές φορές δεν ήμασταν τίποτα άλλο παρά μόνο αριθμοί στους καταλόγους των μαθητών του σχολείου. Πολλοί λένε πως το ελληνικό σχολείο δίνει απλώς στείρες γνώσεις και πως δεν προσφέρει ουσιαστική πνευματική καλλιέργεια. Διαφωνώ, το ελληνικό σχολείο δεν είναι σε θέση να παρέχει ούτε στείρες γνώσεις, δεν είναι σε θέση να προσφέρει ούτε αυτό! Πώς άλλωστε μπορείς να παρέχεις γνώσεις σε κάποιον που τον θεωρείς αριθμό; Τι; Καλλιέργεια; Το να προσφέρει το σχολείο πνευματική καλλιέργεια είναι κάτι ακόμη πιο άπιαστο, είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας! Αλλά δεν ήταν μονάχα το γεγονός ότι εμείς ήμασταν αριθμοί, και αυτό δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα κτίριο. Οροφή, πάτωμα, παράθυρα, πλακάκια, κουφώματα, τοίχοι κ.τ.λ. … Οι άνθρωποι; Αυτό είναι που με προβληματίζει, ότι δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει ανθρώπους, αλλά εγώ δε φταίω, εγώ αριθμός ήμουνα, πως μπορείς να περιμένεις από έναν αριθμό να προσέξει τον άνθρωπο!
Αλλά ο αριθμός είχε και στόχο! Ναι, βέβαια, είχε στόχο! Ο αριθμός είχε μάθει να έχει στόχο να μαζέψει και άλλους πολλούς αριθμούς, κυριολεκτικά αυτή τη φορά, να τους μαζέψει με τη θρησκευτική ευλάβεια που ο πλούσιος μαζεύει το χρήμα, και να πιστεύει βαθιά μέσα του πως αυτοί οι αριθμοί θα γινόντουσαν το μέσο που θα τον οδηγούσε κάποτε στην Ιθάκη. Μέχρι την στιγμή που θα συνειδητοποιούσε πως οι αριθμοί δεν έχουν φτερά και πως η Ιθάκη του είναι ακόμη μακριά, πολύ μακριά και πως από τον δρόμο που πήρε είναι ακόμη πιο ακατόρθωτο να την φτάσει. Τι; Προσωπικές ιδέες; Έκφραση; Τρίχες! Ένας καλός αριθμός πρέπει να μην έχει τίποτα από όλα αυτά, πρέπει εκ φύσεως να μην ενδιαφέρεται για τίποτα από όλα αυτά, πρέπει να μένει προσηλωμένος στον στόχο να μαζέψει πολλούς αριθμούς μέσα σε ένα τσουβάλι! Ο καλός αριθμός δε σκέφτεται δε νιώθει και δεν ψάχνει απολύτως τίποτα, ο καλός αριθμός είναι αντικείμενο, είναι προϊόν ενός κτιρίου με πολύ στενές αίθουσες. Το αντικείμενο-καλός αριθμός είναι ο ορισμός του καλού παιδιού, του καλού μαθητή, του καλού φοιτητή, του καλού στρατιώτη, του καλού πολίτη της χώρας, της καλής μητέρας, του καλού πατέρα, του καλού επαγγελματία. Το αντικείμενο δεν ενεργοποίησε ποτέ το μυαλό του στα σχολικά του χρόνια, γιατί πολύ απλά δε στάθηκε τόσο τυχερός ώστε να δεχτεί κάποιο τέτοιο ερέθισμα, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί στόχος του σχολείου φυσικά και δεν είναι να μεταδίδει τέτοιου είδους ερεθίσματα.
Όσοι συνειδητοποίησαν νωρίς πως δεν ήταν αντικείμενα, ούτε αριθμοί που χρειάζεται να κάνουν συλλογή άλλων αριθμών ένιωθαν ένα κόμπο γύρω από το λαιμό τους να τους πνίγει κάθε φορά που άκουγαν τους μεγάλους αριθμούς, τα μεγάλα αντικείμενα, τους καθηγητές τους δηλαδή να τους λένε κατά λέξη «Καλύτερα να γράψετε αυτά που σας δίνουμε σε αυτήν τη φωτοτυπία στην έκθεση σας, γιατί αν ο εξεταστής έχει αντίθετη άποψη από εσάς κινδυνεύετε να μην περάσετε στη σχολή που θέλετε». Ακόμη, ένιωθαν να τρελαίνονται με το ότι υπήρχαν γύρω περιπτώσεις που θεωρούνταν πρόβλημα επειδή με οποιοδήποτε τρόπο κατέστρεφαν την «αισθητική» της ομοιογένειας και έφταναν στο αποκορύφωμα του θυμού τους όταν άκουγαν τη συμμαθήτρια από το διπλανό θρανίο στο φροντιστήριο (μην ξεχνάμε πως το ελληνικό φροντιστήριο είναι πλέον θεσμός που αγκαλιάζει με ευλάβεια το ελληνικό σχολείο) να ξεστομίζει τη φράση «Ξέρετε… Πρέπει να παραδεχτώ πως σιχαίνομαι τα άτομα με ειδικές ανάγκες», αφού τόσο αλτρουϊσμό κατάφερε να της μεταδώσει το ελληνικό σχολείο, ξέρετε, εκείνος ο χώρος που ήταν πάντα απλώς ένα κτίριο με όλα εκείνα τα απολύτως απαραίτητα, οροφή, πάτωμα, τοίχους κ.λπ.
Στο τέλος της ταινίας “The Dead Poets' Society” ένας από τους μαθητές εκείνου του σχολείου αυτοκτονεί, μια και ο πατέρας του τον αναγκάζει να αφήσει ό,τι αγαπάει, τον μοναδικό τρόπο που έχει να εκφραστεί, το θέατρο, για να γίνει γιατρός. Ο καθηγητής που έμαθε σε εκείνα τα παιδιά να κοιτάζουν τον κόσμο με άλλα μάτια διώχνεται από το σχολείο, σαν υπεύθυνος για την αυτοκτονία του μικρού εξαιτίας των «ανορθόδοξων» μεθόδων διδασκαλίας που χρησιμοποιούσε. Όλοι οι μικροί αναγκάστηκαν να υπογράψουν ένα χαρτί που φωτογράφιζε τον καθηγητή τους ως ένοχο.
Πιστεύω πως η πραγματικότητα είναι χειρότερη και από τα σενάρια των κινηματογραφικών ταινιών. Στην πραγματικότητα είναι σχεδόν μηδαμινές οι πιθανότητες να βρεθεί κάποιος που να προτρέψει μερικά 17χρονα να δουν τον κόσμο μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα και ας είναι μετά να διωχθεί! Η πραγματικότητα είναι γεμάτη βαθμοθηρία και πανελλήνιες, για τις οποίες ακούς από τα 6 σου και νομίζεις πως είναι ο μεγαλύτερός σκοπός στην ζωή σου, αλλά ακόμη και αν δεν το νομίζεις τι νομίζεις ότι ξέρεις; Μικρά 17χρονα, ξυπνήστε μόνα σας!

Photobucket

Θέλεις και εσύ να γίνεις BARBIE?

Το έχω σκεφτεί πολλές φορές το συγκεκριμένο θέμα και πάντα αναρωτιέμαι, αν στα αλήθεια μπορεί να υπάρξει λύση. Πώς μπορεί κανείς να ξεφύγει από όλα αυτά; Μπορεί ή μήπως όχι; Εκείνο όμως που μοιάζει να είναι αληθινό κάθε φορά που περπατώντας στο δρόμο αποφασίζω να κοιτάξω για λίγο γύρω μου είναι πως όλοι μοιάζουν να είναι ίδιοι, όλοι έχουν κάνει τα πάντα, ώστε να ανήκουν σε αυτό το κατασκευασμένο ομοιογενές μείγμα, γιατί τελικά ό,τι υπάρχει γύρω μοιάζει να είναι ένα κατασκευασμένο ομοιογενές μείγμα, από την ενδυμασία μέχρι τον τρόπο συμπεριφοράς, από την επιλογή των λέξεων μέχρι τον τρόπο σκέψης. Μοιάζει να είναι ένα κατασκευασμένο ομοιογενές μείγμα, ελπίζω να μην είναι, θέλω να μην είναι. Αλλά για να μην πλατειάζω άλλο θα μπω αμέσως στο θέμα.
Εκείνο που με απασχολεί στ' αλήθεια τον τελευταίο καιρό είναι αν τελικά είμαστε αυτό που θέλουμε εμείς οι ίδιοι, όποιοι κι αν είμαστε, ό,τι κι αν είμαστε, ή αν είμαστε αυτό που μας επιβάλλεται μέσα από πολυάριθμα κακόγουστα πρότυπα. Επειδή, λοιπόν, είναι δύσκολο να αναλυθούν εδώ όλες οι περιπτώσεις διαλέγω μία, την περίπτωση της ανορεξικής, χωρίς καθόλου αυτοπεποίθηση συνομήλικής μας που μπορεί να είναι εκείνη που μένει στο διπλανό διαμέρισμα, ή στην απέναντι πολυκατοικία, που μπορεί να είναι η καλύτερή σου φίλη, η αδερφή σου, ή η φιλενάδα σου, ή που μπορεί ακόμη και να είσαι εσύ που διαβάζεις αυτή τη στιγμή. Ας πούμε, λοιπόν, ότι είσαι εσύ που διαβάζεις αυτή τη στιγμή, ας υποθέσουμε ότι απευθύνομαι απευθείας σε σένα, έτσι και αλλιώς τόσοι και τόσοι πίστεψαν πως είχαν το δικαίωμα να απευθυνθούν σε σένα πολύ πριν βρεθείς σε αυτή την κατάσταση.
Ίσως η απάντηση σε όλα τα γιατί που μπορεί να σε έχουν ρωτήσει είναι εκείνο που σου ψιθύριζαν όλοι και όλα παντού γύρω σου, εκείνο το «Γίνε! Γίνε! Γίνε!», γίνε κάτι που δεν ξέρεις , κάτι που ούτε οι ίδιοι που άλλοτε στο ψιθύριζαν και άλλοτε στο φώναζαν μπορούν να το προσδιορίσουν. Η απάντηση στο γιατί όλα αυτά συνοψίζεται σε εκείνο το «Γίνε!», αλλά να γινόσουν τι; Το δικό μου το γιατί δεν είναι απλώς ένα γιατί. Έχω να σε ρωτήσω γιατί δεν τους ρώτησες «Να γίνω τι πράγμα; Και για ποιο λόγο;». Μπορείς να μου απαντήσεις; Μπορείς να μου απαντήσεις γιατί τους απάντησες με ένα απλό ναι; Εντάξει, υποθέτω πως υπάρχει και η πιθανότητα να ήθελες να ανήκεις εκεί που σου υποσχέθηκαν πως μετά από λίγο θα κατάφερνες να ανήκεις. Μπορεί! Αλλά μπορεί και όχι! Το δικό τους το «Γίνε!» είχε την έννοια του γίνε κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που ήσουν μέχρι εκείνη τη στιγμή και ίσως μέσα στα δικά σου σχέδια να μην ήταν ακριβώς αυτό, κάνω λάθος; Μάλλον όχι.
Και έτσι κάθε φορά που περπατούσες στους κεντρικούς δρόμους της πόλης τους πίστευες εκείνους τους κράχτες των κέντρων αδυνατίσματος πως ήσουν ένα χάλι, πως, επειδή δεν είσαι αυτό που θέλουν να βλέπουν, δεν υπάρχεις, είσαι ένα τίποτα. Και μετά πίστευες τα εντυπωσιακά εξώφυλλα εκείνων των κρεμασμένων γυαλιστερών περιοδικών, και γυρνώντας σπίτι σου ανοίγοντας την τηλεόραση το μεσημέρι είχες αρχίσει να πιστεύεις πια πως είσαι ένα τίποτα, επειδή δεν έμοιαζες καθόλου με εκείνες τις μικρές και μεγάλες «τσούλες» με τα ψεύτικα χείλη και το ψεύτικο στήθος, που, πίστεψέ με, εκείνες ήταν συνήθως τα τέρατα!
Μερικές ώρες αργότερα ερχόταν η ώρα του καθρέφτη, έπρεπε να ετοιμαστείς για να βγεις έξω, και με μερικές ματιές στον καθρέφτη ένιωθες ένα τίποτα, πίστευες πως ήσουν χοντρή και άσχημη και ντρεπόσουν για την εικόνα σου. Μπορεί να έβλεπες στον εαυτό σου και άλλα «ελαττώματα», χίλια δυο ελαττώματα στο πρόσωπο ή στο σώμα σου. Μπορεί και να ένιωθες ένα τίποτα ακόμη και για τα ρούχα που έλειπαν από την ντουλάπα σου, μπορεί! Μπορεί να μην ήταν μόνο αυτό, μπορεί να υπήρχαν και άλλα, και άλλα πράγματα που να πίστευες πως δεν μπορούσες να κουβαλήσεις. Ωραία λοιπόν! Σήμερα, βρίσκεσαι σε αυτή την κατάσταση, σε αυτό το χάλι! Ναι, το χάλι! Τώρα είσαι ένα χάλι, τότε δεν ήσουν, τότε απλώς νόμιζες ότι αυτοί οι ψεύτες (αυτή η κατηγορία των ψευτών, γιατί υπάρχουν χιλιάδες κατηγορίες εκεί έξω…) σου έδειχναν το δρόμο, για να αλλάξεις τη ζωή σου.
Η προσταγή «Γίνε! Γίνε! Γίνε!» δεν αφορά μονάχα εσένα, όλοι μας ακούμε αυτές τις προσταγές από τη στιγμή που γεννηθήκαμε, από την πρώτη μέρα της ζωής μας. «Πρέπει» να χωρέσουμε σ' αυτές τις δεδομένες καταστάσεις, «πρέπει»! Αλλά τι σημαίνει «πρέπει»; Γιατί «πρέπει»; Και ποιος ορίζει τι είναι «σωστό», τι «λάθος», τι «αποδεκτό» και τι όχι; Ψέματα! Όλα ψέματα! Ψέματα που μας δυσκολεύουν τη ζωή, ψέματα που δε μας διευκολύνουν να ζήσουμε, ψέματα χωρίς νόημα. Στο «Γίνε! Γίνε! Γίνε!» εγώ έχω να φωνάξω ένα «Γιατί; Γιατί; Γιατί;». Γιατί αφού μέσα από όλα αυτά καταλήγεις να νιώθεις δυστυχία; Γιατί αφού ό,τι έχεις δικό σου το πνίγεις; Γιατί όλα αυτά; Σαν να έχουν χωριστεί οι άνθρωποι του «ανεπτυγμένου» κόσμου σε δύο κατηγορίες, στους επιφανειακούς που για αυτούς μετράει πάνω από όλα το «φαίνεσθαι», και στους δυστυχισμένους. Αλλά βάζω στοίχημα πως αυτή η κατηγορία είναι τελικά μία, όχι μία κατηγορία επιφανειακών, αλλά μία κατηγορία δυστυχισμένων που δεν κάνουν τίποτα απολύτως, για να αλλάξουν όλα αυτά που τους κάνουν δυστυχισμένους, αλλά αντί για αυτό προσπαθούν να πνίξουν τον εαυτό τους και να προσποιηθούν πως μπορούν να αντέξουν χωρίς το μόνο πράγμα που μπορούν να έχουν στα σίγουρα, χωρίς τον εαυτό τους, χωρίς να έχουν απολύτως τίποτα δηλαδή.
Κάτι σίγουρα δεν πάει καλά εκεί έξω, και εγώ έχω βαρεθεί να καταλήγω πάντα σε αυτό το συμπέρασμα! Από τη μία πλευρά στον ανεπτυγμένο κόσμο οι ανορεξικοί άνθρωποι κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα και σε ακραίες περιπτώσεις όντως πεθαίνουνε, και ας μπορούν να έχουν πρόσβαση στην τροφή και από την άλλη πλευρά στον τρίτο κόσμο οι άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα και τη δίψα, επειδή δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στην τροφή και στο νερό! Όλα δείχνουν πως στα αλήθεια πρόκειται για έναν τρελό, πολύ τρελό κόσμο!

Photobucket

Ο Έλληνας μαλ***ς τηλεθεατής!

Η Τηλεοπτική «Πραγματικότητα» της Ελλάδας Αντικατοπτρίζει την Νοητική Κατάσταση των Ελλήνων!Photobucket

Υπάρχουν πολλά πράγματα σ' αυτόν τον πλανήτη που απλώς δεν μπορούν να χωρέσουν στον εγκέφαλό μου, ή καλύτερα υπάρχουν πράγματα που ο εγκέφαλός μου αρνείται να τα επεξεργαστεί, που δεν τα δέχεται, που συμπεριφέρεται σαν να τα φτύνει. Ένα από αυτά είναι και ο παρακάτω συλλογισμός: Γύρω μας, από χώρο σε χώρο, από γειτονιά σε γειτονιά, από πόλη σε πόλη συμβαίνουν διάφορα πράγματα, άλλοτε όμορφα, άλλοτε άσχημα, άλλοτε απλά και άλλοτε πολύ σύνθετα. Συμβαίνουν! Συμβαίνουν, μόνο που για την πλειοψηφία των εκπροσώπων του ανθρώπινου είδους που επιμένουν να έχουν καρφωμένο το βλέμμα στους τηλεοπτικούς δέκτες, αποκτούν υπόσταση μονάχα όσα μοιάζουν να εκτυλίσσονται μπροστά τους, χάρη στους δέκτες τους! Όλα τα υπόλοιπά απλώς δεν υπάρχουν, είτε πρόκειται για πρόσωπα, είτε πρόκειται για γεγονότα ή για καταστάσεις. Συμβαίνουν! Συμβαίνουν, μα δεν υπάρχουν! Πώς θα μπορούσε να χωρέσει στο μυαλό μου κάτι τέτοιο; Ποτέ δεν το κατάλαβα. Ή μάλλον, ποτέ δεν το δέχτηκα, και νομίζω πως δεν πρόκειται και να το δεχτώ.
Έτσι λοιπόν τρία ήταν τα γεγονότα που απασχόλησαν τους εξαρτημένους από την TV Έλληνες, που ταυτόχρονα επιμένουν πως είναι και πολίτες της Ε.Ε., μα και πολίτες του κόσμου φυσικά! Τρία μόνο γεγονότα που περιορίζονταν στο στενό πλαίσιο αυτής εδώ της χώρας και που είχαν και τις απαραίτητες διαστάσεις για να χωράνε στο περιορισμένων διαστάσεων εθιστικό κονσερβοκούτι. (Συγχωρέστε με! Για να χωράνε στο τηλεοπτικό πρόγραμμα ήθελα να πω...). Το πρώτο και μεγαλύτερο από τα γεγονότα που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον των συστηματικών Ελλήνων τηλεθεατών ήταν η εξαφάνιση του Άλεξ, του μικρού Άλεξ όπως όλοι τους, δελτία και τηλεθεατές, θέλησαν να τον αποκαλούν (ίσως γιατί όσο πιο μικρό είναι κάτι τόσο πιο εύκολα χωράει στην περιορισμένων ιντσών τηλεοπτική οθόνη, τόσο πιο εύκολα δηλαδή πακετάρεται και γίνεται προϊόν!). Και έγινε όπως ήταν αναμενόμενο βασικό θέμα συζήτησης στα κάθε λογής πηγαδάκια. Τότε όλοι μίλησαν για τη «βία στα σχολεία», που είναι «ένα υπαρκτό πρόβλημα» και λίγο αργότερα για την «παιδική παραβατικότητα», την «παιδική επιθετικότητα» κτλ.
Έτσι λοιπόν, ξαφνικά, όλα αυτά τα ζητήματα πέρασαν από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, για να περάσουν ξανά στην ανυπαρξία, μόλις εξαφανίστηκαν τα φώτα της δημοσιότητας. Για όλους ήταν το μεγάλο ζήτημα, για τους τηλεοπτικούς αστέρες, για τους τηλεθεατές και για τους κάθε λογής «ειδήμονες» που εμφανίζονταν στα παράθυρα για να «αναλύσουν» το θέμα . Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι έγινε στο τέλος της ιστορίας, όπως κανείς ποτέ δεν έμαθε και τι είχε προηγηθεί, μα και ούτε το τι πραγματικά συνέβη και δε συνέβη. Μα, μην ξεχνάμε πως αυτή είναι η αξία μιας καλής τηλεοπτικής ιστορίας, να μην έχει ούτε αρχή, ούτε μέση, μα ούτε και τέλος, ώστε να δίνει την ευκαιρία στους κάθε είδους τηλεοπτικούς «ειδήμονες» για αναλύσεις κλεισμένες μέσα σε παραθυράκια (μην ξεχνάμε πως και αυτά έχουν συγκεκριμένες διαστάσεις...), την τροφή δηλαδή για το αχόρταγο μάτι του εθισμένου τηλεθεατή. Μα ίσως τα πράγματα τελικά να είναι απλά, πολύ απλά, και θα καταλάβετε σε πολύ σύντομα τι εννοώ!
Μια ακόμη ιστορία χωρίς αρχή, μέση και τέλος, δηλαδή μια καλή τηλεοπτική ιστορία, ήταν και η ιστορία του φημολογούμενου βιασμού της μαθήτριας σε σχολείο της Αμαρύνθου στην Εύβοια. Χρονικά το θέμα καλύφθηκε λιγότερο, όπως ακριβώς και το ζήτημα της δολοφονίας των πέντε κυνηγών, που προκάλεσε τις έξαλλές αντιδράσεις όλων των «ειδικών», των τηλεοπτικών αστέρων και των αχόρταγων εθισμένων τηλεθεατών.
Τρεις ιστορίες με βασικό συστατικό τη βία, που και οι τρεις αντιμετωπίστηκαν με έξαλλες κραυγές από τους πρωταγωνιστές στα παραθυράκια, οι οποίοι μπορούν καλύτερα από τον καθένα να πιθηκίζουν. Ίσως όμως τα πράγματα να είναι πολύ απλά. Μπορεί τελικά αυτή να είναι η φύση της τηλεόρασης . Μπορεί τελικά να έχει εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο το συγκεκριμένο μέσο, που να είναι φυσικό να αντιμετωπίζει με αυτόν τον τρόπο τα πράγματα, χωρίς βέβαια αυτό να είναι κάτι τιμητικό για την τηλεόραση. Αλλά εσύ, τηλεθεατή, γιατί παραμένεις αχόρταγος; Εσύ, τηλεθεατή, γιατί ανοίγεις το στόμα και απλώς καταπίνεις τα πάντα αμάσητα; Τι τρέχει με σένα; Μήπως τελικά υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το ανθρώπινο είδος; Έτσι και αλλιώς άνθρώποι είναι και οι τηλε-αστέρες, και οι «ειδικοί» και οι αχόρταγοι τηλεθεατές... Ίσως να είναι βιολογικό το ζήτημα. Η θεωρία της εξέλιξης λέει ότι πρόγονος του ανθρώπου είναι ο πίθηκος. Λογικό μοιάζει λοιπόν ο άνθρωπος να θυμάται την καταγωγή του και να πιθηκίζει! Όσο για μένα... Μακάρι να καταφέρω να μη χωρέσω ποτέ στα περιορισμένου εμβαδού παραθυράκια...

this is the world we live in...

Photobucket

Δεν ξέρω για εσάς, αλλα εγώ ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που κάθε φορά που ξημερώνει μια καινούρια μέρα περιμένω να δω με τα μάτια μου κάτι διαφορετικό, να αντιληφθώ με τις αισθήσεις μου αλλαγές στο περιβάλλον που να κάνουν την καινούρια μέρα διαφορετική από την προηγούμενη. Μήπως κάνω λάθος;
Ας περιγράψω λοιπόν μια τυπική μέρα στην πόλη που με φιλοξενεί τα τελευταία τρία χρόνια. Ερώτημα 1 ο : Πώς να ξεκινήσει μια νέα μέρα σαν κάτι διαφορετικό, όταν το πρώτο πράγμα που βλέπεις, μόλις ανοίξεις τα μάτια σου είναι τα απομεινάρια της προηγούμενης; Εννοείται πως δεν περιμένω απάντηση! Η καινούρια μέρα έρχεται, εγώ ανοίγω πρώτα τα μάτια μου και λίγο αργότερα την πόρτα του σπιτιού μου και το πρώτο πράγμα που αισθάνομαι είναι το πόδι μου να κλοτσάει ασυναίσθητα ένα αλουμινένιο κουτάκι, που βρισκόταν αφημένο ακριβώς έξω από την πόρτα της πολυκατοικίας που μένω. Το πρώτο πράγμα που αισθάνομαι αυτή την καινούρια μέρα, με το που θα βγώ στον έξω κόσμο είναι η αίσθηση που μου αφήνει ένα σκουπίδι που μόλις αγγίζει το παπούτσι μου! Νέα μέρα, σκουπίδι - απομεινάρι της προηγούμενης. Μόνο που η μέρα είναι η μέρα μου, αλλά το το σκουπίδι δεν είναι δικό μου!
Προχωρώντας λίγο παρακάτω διαπιστώνω πως, αν και είναι τρελό, πρέπει να νιώθω τυχερή που η δυσοσμία με έκανε να προσέξω το τι άφησε πίσω του το προηγούμενο βράδυ ή νωρίς το πρωί κάποιο συμπαθές τετράποδο, και έτσι δεν βρέθηκαν περιττώματα κάτω από τις σόλες των παπουτσιών μου... Το τετράποδο δεν ήταν δικό μου, τα παπούτσια όμως ήταν, ευτυχώς όμως στάθηκα τυχερή, μερικές φορές η δυσοσμία δεν είναι κάτι απαραίτητα κακό. Στρίβω στη γωνία, φτάνω στο διπλανό πεζόδρομο και εκεί μπορώ να εντοπίσω με ευκολία, αφού βρίσκονται παντού, άσπρες χάρτινες σακούλες, κουτάκια και μπουκάλια, ό,τι δηλαδή άφησαν πίσω τους οι άνθρωποι την προηγούμενη μέρα σε αυτήν εδώ την καινούρια. Απογοητεύομαι, μα προχωράω, δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, έτσι κι αλλιώς τα μάτια μου έχουν συνηθίσει την εικόνα.
Έπειτα στέκομαι περιμένωντας υπομονετικά, ώσπου το φανάρι να γίνει πράσινο... Περνάω απέναντι, περιμένω στη στάση για λεωφορείο. Όλα είναι ασφυκτικά γεμάτα, περιμένω να βρώ κάποιο άδειο. Άδικα, όλα είναι γεμάτα και έχω αργήσει. Αποφασίζω να μπω στο πρώτο λεωφορείο που θα σταματήσει μπροστά μου. Γύρω μου περιμένουν και άλλοι πολλοί, οι οποίοι μόλις πλησιάζει το επόμενο λεωφορείο, στριμώχνονται μπροστά στην πόρτα που μόλις ετοιμάζεται να ανοίξει, και με την πρώτη ευκαιρία εισβάλλουν στο ήδη γεμάτο λεωφορείο, σπρώχνοντάς μέ με όλη τους τη δύναμη. Μία κυρία μέσα από το πλήθος εκείνων που ήθελαν να κατέβουν αγανακτεί και σχεδόν ουρλιάζει: «Περιμένετε να κατέβουμε! Περιμένετε!». Στέκομαι, κοιτάζω και μόλις ο πανικός σταματήσει μπαίνω μέσα και στριμώχνομαι σαν σαρδέλα σε αλουμινένιο κουτί. Απογοήτευση. Λίγο αργότερα η απογοήτευση μεταβάλλεται σε εκνευρισμό μόλις ακούω έναν παππού που μόλις μπήκε μέσα να φωνάζει «Προχωρήστε μπροστά! Προχωρήστε!». Μα καλά, δεν βλέπει οτι δεν έχουμε πού να πάμε; Όπως καταλαβαίνετε, το να καταφέρεις έπειτα να κατέβεις από ένα τέτοιο λεωφορείο είναι άθλος!
Η επιστροφή είναι εξίσου επεισοδιακή. Αποφασίζω να μην μπω σε κανένα από εκείνα τα γεμάτα λεωφορεία, αποφασίζω πως είναι καλύτερα να περπάτησω, λέω να κάνω μια βόλτα από την παραλία. Κατευθύνομαι προς τα εκεί και μόλις φτάσω το μετανιώνω. Πιστεύω πως θα ήταν αρκετά καλή ιδέα, σε περίπτωση που θα θέλαμε να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, να σταματήσουμε να μιλάμε για παραλία και να μιλάμε για βάλτο. Η περιγραφή του βάλτου σε αυτό το σημείο θεωρώ πως είναι περιττή.Θα μπορούσα να αναφέρω δεκάδες τέτοια παραδείγματα, αλλά δεν έχει ιδιαίτερο νόημα... Γιατί όμως ανεχόμαστε όλοι να ζούμε κάπως έτσι, ενώ θα μπορούσαμε να ζούμε κάπως αλλιώς; Αν εξαιρέσουμε το ζήτημα του βάλτου του Θερμαϊκού, για όλα τα υπόλοιπα κυρίαρχο ρόλο παίζει και η ατομική ευθύνη του καθενός, σίγουρα δεν είναι ο μονάδικός παράγοντας, αλλά πιστεύω πως είναι ο σημαντικότερος. Ίσως για όλα φταίει η τάση όλων να απλώνουν τόσο πολύ την ελευθερία τους, σε σημείο που καταπατούν την ελευθερία όλων των υπολοίπων, αλλά φυσικά, μόλις κάποιος τολμήσει να καταπατήσει τη δική τους ελευθερία ποτέ δεν παραλείπουν να διαμαρτυρηθούν, άσχετα από το αν η δική τους ελευθερία έχει διευρυμένα όρια.


Photobucket